Περιβάλλον · Άποψη

Ποιος πληρώνει το τίμημα της αβεβαιότητας; Από την κλιματική ευθύνη μέχρι τις άδειες των φυτοφαρμάκων

Σύνθεση πηγών διαφορετικών ετών

Μια ανησυχητική πορεία προς τα πίσω

Παρακολουθώντας τις τελευταίες εξελίξεις, δημιουργείται η εντύπωση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ευρύτερη, σχεδόν συντονισμένη προσπάθεια οπισθοδρόμησης.

Την ώρα που εκατομμύρια περιβαλλοντικά συνειδητοποιημένοι πολίτες, επιστήμονες, αγρότες και οργανώσεις αγωνίζονται για την προστασία του πλανήτη, την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων και τη μείωση της χημικής ρύπανσης, παρατηρούμε κινήσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Από την αμφισβήτηση των μεθόδων καταλογισμού ευθύνης για τις κλιματικές καταστροφές μέχρι τις προσπάθειες περιορισμού των ελέγχων και παράτασης των εγκρίσεων φυτοφαρμάκων, διαμορφώνεται ένα ανησυχητικό κοινό μοτίβο.

Είναι σαν να επιχειρείται να μας οδηγήσουν προς τα πίσω, ανατρέποντας με κόπο κατακτημένες περιβαλλοντικές προστασίες και υπονομεύοντας την προσπάθεια των πολιτών της Γης να διαφυλάξουν το κοινό μας μέλλον.

Δεν χρειάζεται να υπάρχει ένα ενιαίο σχέδιο για να προκύπτει αυτό το αποτέλεσμα. Η σύγκλιση ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, πολιτικών επιλογών και ρυθμιστικών παρεμβάσεων δημιουργεί μια οπισθοδρόμηση με σαφή κοινή κατεύθυνση. Το κρίσιμο είναι να εξετάσουμε τα συγκεκριμένα γεγονότα, τις αποφάσεις και τους ωφελούμενους.

Ποιος κερδίζει από την αποδυνάμωση της περιβαλλοντικής προστασίας; Ποιος επωμίζεται τις επιπτώσεις; Και γιατί, ενώ γνωρίζουμε όλο και περισσότερα για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η Γη, εξακολουθούμε να συζητάμε την υποχώρηση από μέτρα που κατακτήθηκαν ύστερα από δεκαετίες προσπαθειών;

Κλιματική αλλαγή: όταν η επιστημονική αβεβαιότητα γίνεται επιχείρημα αποφυγής ευθυνών

Αφορμή για τις σκέψεις αυτές αποτέλεσε και ένα πρόσφατο βίντεο της Γερμανίδας φυσικού Sabine Hossenfelder, η οποία άσκησε έντονη κριτική σε έκθεση των Εθνικών Ακαδημιών Επιστημών των ΗΠΑ, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026.

Η έκθεση εξετάζει τις μεθόδους με τις οποίες οι επιστήμονες επιχειρούν να υπολογίσουν κατά πόσο η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή αύξησε την πιθανότητα ή την ένταση ενός συγκεκριμένου ακραίου καιρικού φαινομένου.

Η Hossenfelder υποστηρίζει ότι υπάρχουν σοβαρά μαθηματικά προβλήματα σε ορισμένους από αυτούς τους υπολογισμούς. Επισημαίνει επίσης ότι ορισμένοι επιστήμονες επιδιώκουν να χρησιμοποιηθούν τα αποτελέσματα σε δικαστικές προσφυγές εναντίον εταιρειών ορυκτών καυσίμων.

Η επιστημονική κριτική είναι απαραίτητη. Οι αδυναμίες κάθε μεθόδου πρέπει να εξετάζονται. Υπάρχει όμως ένα πολύ σοβαρό ζήτημα όταν τέτοιες αβεβαιότητες χρησιμοποιούνται για να μετατοπιστεί η συζήτηση από τις τεκμηριωμένες αιτίες της κλιματικής αλλαγής στις δυσκολίες απόδειξης της ευθύνης για κάθε επιμέρους καταστροφή.

Αλήθεια, πρέπει να αποδείξουμε με απόλυτη μαθηματική ακρίβεια πόσο συνέβαλε κάθε πετρελαϊκή εταιρεία σε κάθε συγκεκριμένη πλημμύρα, πυρκαγιά ή καύσωνα, για να αναγνωρίσουμε τις ευθύνες που απορρέουν από τις εκπομπές της;

Η επιστήμη έχει ήδη τεκμηριώσει τον καθοριστικό ρόλο της ανθρώπινης δραστηριότητας στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Έχει επίσης τεκμηριώσει ότι η υπερθέρμανση μεταβάλλει τη συχνότητα και την ένταση ορισμένων ακραίων καιρικών φαινομένων.

Η ίδια η έκθεση των αμερικανικών Ακαδημιών αναγνωρίζει τόσο την πρόοδο της επιστημονικής μεθοδολογίας όσο και τους περιορισμούς της.

Ας γίνει, λοιπόν, ακόμη καλύτερη η επιστημονική έρευνα. Ας εξεταστούν όλες οι αβεβαιότητες. Ας βελτιωθούν τα μοντέλα.

Η αβεβαιότητα για το ακριβές μέγεθος μιας επίπτωσης δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως γενική απαλλαγή από την ευθύνη για τις αποδεδειγμένες αιτίες της κλιματικής αλλαγής.

Φυτοφάρμακα: από την υποχρεωτική επανεξέταση στην παράταση των εγκρίσεων

Την ίδια περίοδο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξελίσσεται μια άλλη, εξαιρετικά ανησυχητική διαδικασία.

Με το νομοθετικό πακέτο Food and Feed Safety Omnibus, που πρότεινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2025, επιδιώκεται η αλλαγή του συστήματος εγκρίσεων και επανελέγχου φυτοπροστατευτικών ουσιών.

Η αρχική πρόταση προβλέπει την κατάργηση της υποχρεωτικής περιοδικής επαναξιολόγησης για τις περισσότερες δραστικές ουσίες, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις και νέες διαδικασίες στοχευμένης επανεξέτασης.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, το Συμβούλιο της ΕΕ διαμόρφωσε τη δική του διαπραγματευτική θέση, προβλέποντας για τις περισσότερες συνήθεις δραστικές ουσίες αρχική έγκριση 15 ετών και δυνατότητα ανανέωσης για 25 χρόνια, με εξαιρέσεις. Για τις ουσίες "χαμηλού κινδύνου" προβλέπονται εγκρίσεις χωρίς χρονικό περιορισμό.

Το Συμβούλιο εισήγαγε επίσης πρόσθετες δικλίδες επιστημονικής επανεξέτασης. Όμως οι σημαντικά μεγαλύτερες περίοδοι έγκρισης εξακολουθούν να προκαλούν σοβαρά ερωτήματα.

Πώς είναι δυνατόν, ενώ η επιστημονική γνώση για τις επιπτώσεις των χημικών ουσιών εξελίσσεται συνεχώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση να συζητά τη δραστική επιμήκυνση των εγκρίσεών τους;

Πώς μπορούμε να μιλάμε για προστασία της βιοποικιλότητας, του εδάφους και των υδάτων και ταυτόχρονα να αποδυναμώνουμε τις διαδικασίες που εξασφαλίζουν την τακτική επανεξέταση των ουσιών που απελευθερώνονται στο περιβάλλον και τα θέτουν σε κίνδυνο;

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικαλείται την ανάγκη μείωσης της γραφειοκρατίας και ταχύτερης αξιολόγησης των νέων επιστημονικών δεδομένων.

Η απλούστευση των διαδικασιών είναι θεμιτός στόχος. Όμως το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν το νέο σύστημα θα προστατεύει αποτελεσματικότερα την υγεία και το περιβάλλον ή αν θα επιτρέψει τη μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής ουσιών στην αγορά χωρίς ισοδύναμη επαναξιολόγηση.

Οι επιστήμονες προειδοποιούν. Ποιος τους ακούει;

Στις 2 Σεπτεμβρίου 2026, τρεις σημαντικές επιστημονικές οργανώσεις, η Endocrine Society, η European Society of Endocrinology και η European Society for Paediatric Endocrinology, απηύθυναν επιστολή στους ευρωβουλευτές.

Προειδοποίησαν ότι οι προτεινόμενες αλλαγές μπορούν να εξασθενήσουν την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος, παρατείνοντας την έκθεση σε φυτοφάρμακα για τα οποία προκύπτουν νέα στοιχεία επικινδυνότητας, συμπεριλαμβανομένων ουσιών που διαταράσσουν το ενδοκρινικό σύστημα.

Παράλληλα, η οργάνωση Pesticide Action Network Europe έχει εκφράσει έντονη αντίθεση στις αλλαγές, ζητώντας τη διατήρηση των ουσιαστικών επιστημονικών ελέγχων.

Έρευνες για την άσκηση επιρροής στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας έχουν αναδείξει ότι η σύγκλιση συγκεκριμένων προτάσεων γίνεται με αιτήματα μεγάλων επιχειρήσεων της χημικής βιομηχανίας.

Εδώ τίθεται ένα ακόμη ερώτημα:

Όταν οι επιστήμονες ζητούν ισχυρότερη προστασία και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα ζητούν λιγότερες ρυθμιστικές υποχρεώσεις, ποια φωνή αποκτά τελικά μεγαλύτερη βαρύτητα στις πολιτικές αποφάσεις;

Ποιος πληρώνει τελικά το τίμημα;

Αυτό είναι το κοινό στοιχείο που συνδέει τις δύο υποθέσεις.

Στην περίπτωση της κλιματικής αλλαγής, η αβεβαιότητα για το μερίδιο ευθύνης σε ένα συγκεκριμένο γεγονός μπορεί να αξιοποιηθεί για να δυσκολέψει τον καταλογισμό ευθυνών.

Στην περίπτωση των φυτοφαρμάκων, η μεταβολή του συστήματος εγκρίσεων μπορεί να παρατείνει την κυκλοφορία ουσιών, ενώ η συλλογή και αξιολόγηση των νέων δεδομένων μεταφέρεται σε διαφορετικούς μηχανισμούς ελέγχου.

Και στις δύο περιπτώσεις τίθεται το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα: ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο και ποιος αποκομίζει το οικονομικό όφελος;

Γιατί τις συνέπειες της περιβαλλοντικής υποβάθμισης τις αντιμετωπίζουμε όλοι.

Τις αντιμετωπίζουν οι αγρότες όταν υποβαθμίζεται η γονιμότητα των εδαφών. Οι κάτοικοι όταν ρυπαίνονται τα νερά τους. Οι κοινότητες όταν πλήττονται από ακραία φαινόμενα. Οι μελλοντικές γενιές που θα παραλάβουν τα οικοσυστήματα τα οποία εμείς θα τους αφήσουμε.

Και βέβαια τις αντιμετωπίζει ολόκληρος ο ζωντανός κόσμος του πλανήτη: Ο Άνθρωπος, τα έντομα, οι επικονιαστές, οι οργανισμοί του εδάφους, τα φυτά και τα ζώα.

Η προστασία της ζωής δεν μπορεί να υποτάσσεται διαρκώς στις ανάγκες διατήρησης ενός οικονομικού μοντέλου που επιβαρύνει το περιβάλλον, είναι (πια) οικονομικά ασύμφορο, στερείται βιωσιμότητας και ακόμα περισσότερο στερείται αναγεννητικότητας.

Μια πορεία που πρέπει να αναστραφεί

Επί δεκαετίες, εκατομμύρια άνθρωποι αγωνίζονται για αυστηρότερη περιβαλλοντική νομοθεσία, καθαρότερα νερά, ασφαλέστερα τρόφιμα, προστασία της βιοποικιλότητας και αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Οι πρόοδοι αυτές ήταν αποτέλεσμα επιστημονικής έρευνας, κοινωνικών αγώνων και πολιτικών διεκδικήσεων.

Σήμερα βλέπουμε σημαντικά τμήματα αυτής της προσπάθειας να δέχονται νέες πιέσεις.

Η κατεύθυνση αυτών των παρεμβάσεων είναι ανησυχητική. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η μείωση του κόστους προβάλλονται ως προτεραιότητες, ενώ οι περιβαλλοντικές εγγυήσεις τίθενται ξανά υπό διαπραγμάτευση.

Δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε την προστασία της Γης ως γραφειοκρατικό εμπόδιο.

Χρειαζόμαστε περισσότερη ανεξάρτητη επιστημονική έρευνα, διαφάνεια στις πολιτικές αποφάσεις, πραγματική εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης και αποτελεσματικούς ελέγχους σε κάθε δραστηριότητα που μπορεί να επιβαρύνει την ανθρώπινη υγεία και τα οικοσυστήματα.

Χρειαζόμαστε επίσης ουσιαστική στήριξη της μετάβασης προς τη βιολογική και αναγεννητική γεωργία, την αποκατάσταση του εδάφους και τη σταδιακή απεξάρτηση της αγροτικής παραγωγής από επικίνδυνες χημικές ουσίες.

Δεν γίνεται να μιλάμε για πράσινη μετάβαση και ταυτόχρονα να ανοίγουμε ξανά την πόρτα σε πρακτικές από τις οποίες προσπαθούμε εδώ και δεκαετίες να απαλλαγούμε.

Οι πολίτες της Γης έχουν επενδύσει πάρα πολλή προσπάθεια για να φτάσουμε μέχρι εδώ.

Και έχουν κάθε δικαίωμα να απαιτούν από τις κυβερνήσεις και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς να προστατεύσουν όσα κατακτήθηκαν.

Θα συνεχίσουμε την πορεία προς την περιβαλλοντική αποκατάσταση ή θα επιτρέψουμε να μας γυρίσουν πίσω, φορτώνοντας για άλλη μία φορά το κόστος στην κοινωνία και στη φύση;


Πηγές και τεκμηρίωση